Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σοκολάτα οι σοκολάτες
      γενική της σοκολάτας των σοκολατών
    αιτιατική τη σοκολάτα τις σοκολάτες
     κλητική σοκολάτα σοκολάτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κομμάτια συμπαγούς σοκολάτας (2) με ξηρούς καρπούς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοκολάτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική chocolat < ιταλική cioccolata < ισπανική chocolate < νάουατλ chocolātl < xococ (πικρός) + ātl (νερό)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /so.koˈla.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σοκολάτα θηλυκό

  1. (γαστρονομία) ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί
  2. (συνεκδοχικά) συμπαγές γλύκισμα που έχει βάση ή επίστρωση το παραπάνω προϊόν. Συχνά, περιέχει γάλα, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς κ.λπ.
  3. (συνεκδοχικά) γαρνιτούρα ή γέμιση από το παραπάνω προϊόν
  4. (συνεκδοχικά) ρόφημα που παρασκευάζεται με το παραπάνω προϊόν, διαλύοντάς το σε νερό με ζάχαρη ή γάλα, και που πίνεται ζεστό ή κρύο
  5. (οικείο) το χασίσι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία