Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοκολατόπαιδο σοκολατόπαιδα
γενική σοκολατόπαιδου σοκολατόπαιδων
αιτιατική σοκολατόπαιδο σοκολατόπαιδα
κλητική σοκολατόπαιδο σοκολατόπαιδα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοκολατόπαιδο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σοκολατόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί που έχει μεγαλώσει μέσα στις ανέσεις, δεν του έχει λείψει τίποτα και δεν έχει σκληραγωγηθεί καθόλου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία