Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βουτυρόπαιδο τα βουτυρόπαιδα
      γενική του βουτυρόπαιδου των βουτυρόπαιδων
    αιτιατική το βουτυρόπαιδο τα βουτυρόπαιδα
     κλητική βουτυρόπαιδο βουτυρόπαιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

βουτυρόπαιδο < βουτυρό- + παιδ(ί) + -ο

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /vu.tiˈɾo.pe.ðo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βου‐τυ‐ρό‐παι‐δο

  Ουσιαστικό επεξεργασία

βουτυρόπαιδο ουδέτερο

  1. (μειωτικό) υπερβολικά καλομαθημένο αγόρι σε πολλή περιποίηση
    Το ελληνικό πρόγευμα ήταν συνήθως λιτό: ψωμί, κρεμμύδι, ελιές. Το βούτυρο και η μαρμελάδα ήταν προνόμιο των βουτυρόπαιδων των πλούσιων οικογενειών.
     συνώνυμα: σοκολατόπαιδο, βουτυρομπεμπές
  2. (μειωτικό) παχουλό και νωθρό αγόρι στο σώμα, συνήθως πλούσιας οικογένειας

Συγγενικά επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία