Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σοκολατόπαιδα ουδέτερο

  1. σοκολατόπαιδο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού