Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυρομαντεία οι πυρομαντείες
      γενική της πυρομαντείας των πυρομαντειών
    αιτιατική την πυρομαντεία τις πυρομαντείες
     κλητική πυρομαντεία πυρομαντείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρομαντεία < πυρο- + -μαντεία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρομαντεία θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία