Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ποιμην-, ποιμεν-
ονομαστική ποιμήν οἱ ποιμένες
      γενική τοῦ ποιμένος τῶν ποιμένων
      δοτική τῷ ποιμέν τοῖς ποιμέσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ποιμέν τοὺς ποιμένᾰς
     κλητική ! ποιμήν ποιμένες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ποιμένε
γεν-δοτ τοῖν  ποιμένοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ποιμήν' όπως «ποιμήν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιμήν < θέμα ποι- + -μήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *poh₂imn̥, *poh₂imen < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peh₂- (προστατεύω) + *-men. Συγγενές με την μυκηναϊκή 𐀡𐀕, τη λατινική pascō, pāstor, τη σανσκριτική पाति (pā́ti) και την αγγλοσαξονική fōda, fēdan

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποιμήν αρσενικό

  1. (επάγγελμα) ο ποιμένας, βοσκός
  2. (μεταφορικά) ο ηγέτης, αρχηγός
  3. (ελληνιστική σημασία, χριστιανισμός) διδάσκαλος, αρχηγός του ποιμνίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
ποιμην-, ποιμεν- 

παράγωγα & σύνθετα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία