Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλεονεξία οι πλεονεξίες
      γενική της πλεονεξίας των πλεονεξιών
    αιτιατική την πλεονεξία τις πλεονεξίες
     κλητική πλεονεξία πλεονεξίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεονεξία < αρχαία ελληνική πλεονεξία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεονεξία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του πλεονέκτη, το να επιθυμεί κανείς περισσότερα από όσα χρειάζεται ή από όσα έχει

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεονεξία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεονεξία θηλυκό

  1. πλεονεξία
  2. ύπαρξη πλεονεκτήματος ή υπεροχής