Δείτε επίσης: Πλάστης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλάστης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ξύλινος πλάστης(2) με λαβές

πλάστης αρσενικό

  1. αυτός που δημιουργεί
  2. κυλινδρικό εργαλείο για πλάσιμο
  3. ο εργάτης που ασχολείται με το πλάσιμο ειδών (κυρίως) από ζύμη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία