Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οδόμετρο τα οδόμετρα
      γενική του οδομέτρου
& οδόμετρου
των οδομέτρων
& οδόμετρων
    αιτιατική το οδόμετρο τα οδόμετρα
     κλητική οδόμετρο οδόμετρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδόμετρο < ελληνιστική κοινή ὁδόμετρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδόμετρο ουδέτερο

  1. (τεχνολογία) συσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα
  2. ο χιλιομετροδείκτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία