Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεολογισμός νεολογισμοί
γενική νεολογισμού νεολογισμών
αιτιατική νεολογισμό νεολογισμούς
κλητική νεολογισμέ νεολογισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεολογισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néologisme < αρχαία ελληνική νέος + λόγος + -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νεολογισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)
  2. λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία