Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοτολέτα οι κοτολέτες
      γενική της κοτολέτας των κοτολετών
    αιτιατική την κοτολέτα τις κοτολέτες
     κλητική κοτολέτα κοτολέτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοτολέτα < γαλλική côtelette

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοτολέτα θηλυκό

  1. αρνίσιο ή χοιρινό πλευρό
  2. (ειδικότερα) μπριζόλα πασπαλισμένη με κάποιο υλικό, συνήθως φρυγανιά και αυγό, ψητή ή τηγανισμένη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία