Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρίδα οι μαρίδες
      γενική της μαρίδας των μαρίδων
    αιτιατική τη μαρίδα τις μαρίδες
     κλητική μαρίδα μαρίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρίδα < αρχαία ελληνική σμαρίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρίδα θηλυκό

  1. (ιχθυολογία) είδος μικρού ψαριού
  2. (θηλυκό, μόνο στον ενικό) ομάδα μικρών παιδιών που παίζουν στο δρόμο
  3. (μεταφορικά) οι ασήμαντοι μιας κοινωνίας από διάφορες απόψεις, αλλά κυρίως στις απατεωνιές, τα "μικρά ψάρια" (που οι απάτες τους είναι χωρίς ειδική βαρύτητα) σε αντιδιαστολή προς τα "μεγάλα ψάρια"

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία