Δείτε επίσης: σμαρίς

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρίδα οι μαρίδες
      γενική της μαρίδας των μαρίδων
    αιτιατική τη μαρίδα τις μαρίδες
     κλητική μαρίδα μαρίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
μαρίδα (spicara smaris)

  Ετυμολογία επεξεργασία

μαρίδα < αρχαία ελληνική σμαρίς, από την αιτιατική η σμαρίδα, με αποβολή του [z], από συμπροφορά με το άρθρο[1]

  Ουσιαστικό επεξεργασία

μαρίδα θηλυκό

  1. είδος μικρού και φτηνού ψαριού
  2. (μεταφορικά, μόνο στον ενικό) πλήθος μικρών παιδιών (στο δρόμο, σε εξωτερικό χώρο)
    Κάθε φορά που περνάει από τη γειτονιά, η μαρίδα τον παίρνει στο κατόπι και τον κοροϊδεύει.
  3. (μεταφορικά, κατ’ επέκταση, μόνο στον ενικό) οι μικροί, ασήμαντοι απατεώνες, τα «μικρά ψάρια», σε αντιδιαστολή με τα «μεγάλα ψάρια», τους «καρχαρίες» ή «μεγαλοκαρχαρίες»
    Ασκήθηκαν πολλές ποινικές διώξεις για τις υπεξαιρέσεις που ανακαλύφθηκαν, αλλά ως συνήθως την πλήρωσε η μαρίδα· τους «μεγάλους» δεν τόλμησαν να τους ακουμπήσουν.

Παράγωγα επεξεργασία

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία