Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αθερίνα οι αθερίνες
      γενική της αθερίνας των αθερινών
    αιτιατική την αθερίνα τις αθερίνες
     κλητική αθερίνα αθερίνες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αθερίνα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αθερίνα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία