Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

smelt (en)

  • λιώνω πετρώδες ορυκτό για να εξάγω μετάλλευμα (η διαδικασία παράγει και αφρώδες άχρηστο πέτρωμα [smithing slag][1])