Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμητεία οι κοσμητείες
      γενική της κοσμητείας των κοσμητειών
    αιτιατική την κοσμητεία τις κοσμητείες
     κλητική κοσμητεία κοσμητείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμητεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοσμητεία (το αξίωμα του κοσμητοῦ, ΄΄δείτε κοσμήτορας)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.zmiˈti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κο‐σμη‐τεί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοσμητεία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις κόσμημα και κόσμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

|}

  ΑναφορέςΕπεξεργασία