Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμητεία οι κοσμητείες
      γενική της κοσμητείας των κοσμητειών
    αιτιατική την κοσμητεία τις κοσμητείες
     κλητική κοσμητεία κοσμητείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμητεία < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή κοσμητεία (το αξίωμα του κοσμητοῦ, ΄΄δείτε κοσμήτορας)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.zmiˈti.a/
συλλαβισμός: κο‐σμη‐τεί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοσμητεία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις κόσμημα και κόσμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|

|}

  ΑναφορέςΕπεξεργασία