Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοσμητικός η κοσμητική το κοσμητικό
      γενική του κοσμητικού της κοσμητικής του κοσμητικού
    αιτιατική τον κοσμητικό την κοσμητική το κοσμητικό
     κλητική κοσμητικέ κοσμητική κοσμητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοσμητικοί οι κοσμητικές τα κοσμητικά
      γενική των κοσμητικών των κοσμητικών των κοσμητικών
    αιτιατική τους κοσμητικούς τις κοσμητικές τα κοσμητικά
     κλητική κοσμητικοί κοσμητικές κοσμητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμητικός < αρχαία ελληνική κοσμητικός < κοσμέω < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική ornans
σύγκρινε: κοσμητής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοσμητικός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία