Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κορδόνι τα κορδόνια
      γενική του κορδονιού των κορδονιών
    αιτιατική το κορδόνι τα κορδόνια
     κλητική κορδόνι κορδόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορδόνι < (άμεσο δάνειο) βενετική cordon < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο). Δείτε και μεσαιωνική κόρδα.[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορδόνι ουδέτερο

  1. κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
  2. (ειδικότερα) κομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών
  3. (ειδικότερα) (συνήθως στον πληθυντικό) τα σιρίτια αξιωματικών

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δένω/κάνω/παίρνω (κάτι) σχοινί κορδόνι: επαναλαμβάνω κάτι (μια πράξη ή κουβέντες), συνήθως ενοχλητικά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία