Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cord (en)

  1. χορδή μουσικού οργάνου
  2. σχοινί, κορδόνι
  3. καλώδιο συσκευής

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cord (ro)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία