Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταφορά οι καταφορές
      γενική της καταφοράς των καταφορών
    αιτιατική την καταφορά τις καταφορές
     κλητική καταφορά καταφορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

καταφορά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφορά (επίθεση, αρχαία σημασία: κάθοδος) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική invective [1]

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ta.foˈɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τα‐φο‐ρά

  Ουσιαστικό επεξεργασία

καταφορά θηλυκό

  1. η φορά προς τα κάτω, το να παίρνει (πρόσωπο, πράγμα) κατεύθυνση προς τα κάτω
     συνώνυμα: κατέβασμα, κάθοδος, καταβίβαση
  2. η έκφραση αποδοκιμασίας με έντονο τρόπο
     συνώνυμα: αποδοκιμασία, κατακραυγή, κατάκριση

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική καταφορᾱ́ αἱ καταφοραί
      γενική τῆς καταφορᾶς τῶν καταφορῶν
      δοτική τῇ καταφορ ταῖς καταφοραῖς
    αιτιατική τὴν καταφορᾱ́ν τὰς καταφορᾱ́ς
     κλητική ! καταφορᾱ́ καταφοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καταφορᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  καταφοραῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

καταφορά < καταφέρω. Μορφολογικά, κατα- φορά

  Ουσιαστικό επεξεργασία

καταφορά θηλυκό

  1. το κατέβασμα, η μετακίνηση προς τα κάτω
  2. η κατηφόρα
  3. (ελληνιστική σημασία , μεταφορικά) η επίθεση

  Πηγές επεξεργασία