Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατέβασμα τα κατεβάσματα
      γενική του κατεβάσματος των κατεβασμάτων
    αιτιατική το κατέβασμα τα κατεβάσματα
     κλητική κατέβασμα κατεβάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατέβασμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατέβασμα ουδέτερο

  • (πληροφορική) download: η διαδικασία της λήψης αρχείων και της τοποθέτησης τους στον τοπικό υπολογιστή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία