Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καλαμπαλίκι τα καλαμπαλίκια
      γενική του καλαμπαλικιού των καλαμπαλικιών
    αιτιατική το καλαμπαλίκι τα καλαμπαλίκια
     κλητική καλαμπαλίκι καλαμπαλίκια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλαμπαλίκι < τουρκική kalabalık < αραβική غلبة (galaba)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλαμπαλίκι ουδέτερο

  1. πλήθος
    Συνώνυμα: κοσμοσυρροή, όχλος
  2. θόρυβος που προκαλείται από το συγκεντρωμένο πλήθος
    Συνώνυμα: οχλαγωγία, οχλοβοή, φασαρία, χάβρα
  3. (πληθυντικός) καλαμπαλίκια: σωρός ευτελών αντικειμένων
  4. (πληθυντικός) καλαμπαλίκια: (λαϊκότροπο) όρχεις
    Συνώνυμα: αχαμνά, αμελέτητα, μαλακά
  5. (αργκό) αλισβερίσι, δοσοληψία
    "καλαμπαλίκι να γίνεται"
  6. (αργκό) ο όρχις

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία