Δείτε επίσης: ὀχλαγωγία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οχλαγωγία οι οχλαγωγίες
      γενική της οχλαγωγίας των οχλαγωγιών
    αιτιατική την οχλαγωγία τις οχλαγωγίες
     κλητική οχλαγωγία οχλαγωγίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οχλαγωγία < μεσαιωνική ελληνική οχλαγωγία < ελληνιστική κοινή ὀχλαγωγία < αρχαία ελληνική ὄχλος + ἄγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.xla.ɣɔ.ˈɣi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οχλαγωγία θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία