Δείτε επίσης: όχλος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄχλος αρσενικό

  1. άτακτο πλήθος ανθρώπων, μπουλούκι, άτακτο σώμα στρατιωτών
  2. κατώτερο στρώμα λαού
  3. βοή πλήθους, διαταραχή, φορτικότητα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία