Δείτε επίσης: τουμπελέκι

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

 
Τσουμπλέκια: çömlekler.
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσουμπλέκι τα τσουμπλέκια
      γενική του τσουμπλεκιού των τσουμπλεκιών
    αιτιατική το τσουμπλέκι τα τσουμπλέκια
     κλητική τσουμπλέκι τσουμπλέκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσουμπλέκι < τουρκική çömlek

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσουμπλέκι ουδέτερο

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία