Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέφι τα κέφια
      γενική του κεφιού των κεφιών
    αιτιατική το κέφι τα κέφια
     κλητική κέφι κέφια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كیف (keyf, κατάσταση, διάθεση) (τουρκική keyf) < αραβική كيف (kayf)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈce.fi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κέ‐φι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέφι ουδέτερο

  1. η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση
     συνώνυμα: ευθυμία
  2. η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία
    ※  —Ζορμπά [...] Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι.
      —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω....
    Νίκος Καζαντζάκης (1946). Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά [μυθιστόρημα]

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία