Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

verve (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
verve verves

verve (fr) θηλυκό



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

verve < → δείτε τις λέξεις vervo και -e

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈveɾ.ve/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

verve (eo)