Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφάτος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κεφάτος

  1. που έχει κέφι, χαρούμενος, που έχει καλή διάθεση
  2. που δημιουργεί κέφι, που προκαλεί εύθυμη διάθεση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία