Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

humeur < λατινικά humor

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /y.mœʁ/
humeur 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
humeur humeurs

humeur (fr) θηλυκό

  1. η διάθεση, το κέφι
    il est de bonne humeur - είναι καλοδιάθετος
    il est de mauvaise humeur - είναι κακοδιάθετος