Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιστορικός οι ιστορικοί
      γενική του ιστορικού των ιστορικών
    αιτιατική τον ιστορικό τους ιστορικούς
     κλητική ιστορικέ ιστορικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιστορικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιστορικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ιστοριογράφος
  2. ο επιστήμονας που μελετά την ιστορία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ιστορικός ιστορική ιστορικό
γενική ιστορικού ιστορικής ιστορικού
αιτιατική ιστορικό ιστορική ιστορικό
κλητική ιστορικέ ιστορική ιστορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιστορικοί ιστορικές ιστορικά
γενική ιστορικών ιστορικών ιστορικών
αιτιατική ιστορικούς ιστορικές ιστορικά
κλητική ιστορικοί ιστορικές ιστορικά

ιστορικός -ή -ό

  1. ο σχετικός με την ιστορία
    ιστορική επιστήμη
    ιστορικό μυθιστόρημα
  2. που έχει καταγραφεί από την επιστήμη της ιστορίας ότι πραγματικά υπήρξε ή έγινε
    κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο
  3. που έχει χαρακτηριστεί ως εξαιρετικής σημασίας και έχει καταγραφεί ή θα καταγραφεί ως τέτοιος στην ιστορία
    μια ιστορική στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο
  4. (γραμματική) για χρόνο που αναφέρεται στο παρελθόν
    ιστορικός ενεστώτας
  5. το ουδέτερο ως ουσ: Το ιστορικόδείτε τη λέξη .

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία