Δείτε επίσης: επίσκεψη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επίστεψη οι επιστέψεις
      γενική της επίστεψης
επιστέψεως*
των επιστέψεων
    αιτιατική την επίστεψη τις επιστέψεις
     κλητική επίστεψη επιστέψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίστεψη < (καθαρεύουσα) ἐπίστεψις < ἐπί + στέψις
Λέξη που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1898 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ.Α, σελ. 401)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίστεψη θηλυκό

  1. η στέψη της κεφαλής ή μιας κορυφής (με στεφάνι)
  2. η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή ενός έργου
     συνώνυμα: επισφράγιση
  3. (αρχιτεκτονική) (αρχαιολογία) κατασκεύασμα στην κορυφή οικοδομήματος ή κατασκευής
     συνώνυμα: επικρανίτιδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία