Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατασκεύασμα τα κατασκευάσματα
      γενική του κατασκευάσματος των κατασκευασμάτων
    αιτιατική το κατασκεύασμα τα κατασκευάσματα
     κλητική κατασκεύασμα κατασκευάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατασκεύασμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατασκεύασμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία