Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εξοχικό τα εξοχικά
      γενική του εξοχικού των εξοχικών
    αιτιατική το εξοχικό τα εξοχικά
     κλητική εξοχικό εξοχικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξοχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξοχικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξοχικό ουδέτερο

  1. δεύτερη κατοικία, για τις διακοπές
     συνώνυμα: έπαυλη, βίλα
  2. (γαστρονομία) είδος φαγητού, ψημένο σε αλουμινόχαρτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

εξοχικό