Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ελονοσία οι ελονοσίες
      γενική της ελονοσίας των ελονοσιών
    αιτιατική την ελονοσία τις ελονοσίες
     κλητική ελονοσία ελονοσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελονοσία < έλος + νόσος < αρχαία ελληνική ἕλος + νόσος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.lɔ.nɔ.ˈsi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ελονοσία θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία