Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εθνικισμός εθνικισμοί
γενική εθνικισμού εθνικισμών
αιτιατική εθνικισμό εθνικισμούς
κλητική εθνικισμέ εθνικισμοί

  Ετυμολογία

εθνικισμός < εθνικός + -ισμός

  Ουσιαστικό

εθνικισμός αρσενικό

  1. μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνος που οδηγεί στην επιδίωξη συγκρότησης ανεξάρτητου κράτους
  2. (αρνητικά) η υπερτίμηση του έθνους που οδηγεί σε εχθρότητα απέναντι σε άλλα έθνη
    • Είναι γνωστή η ρήση του Ντε Γκωλ, που φαίνεται να απαντά σε αυτό το ερώτημα: «Πατριωτισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα την αγάπη για τη χώρα σου. Εθνικισμός είναι όταν βάζεις πάνω απ' όλα το μίσος για τις άλλες». Είναι γνωστό επίσης ότι ο όρος «σωβινισμός» σημαίνει τον υπερβολικό, πολεμοχαρή και φανατικό εθνικισμό και προέρχεται από τον γραφικό, ξεχασμένο ήδη στην εποχή του, γάλλο στρατιώτη της εποχής του Ναπολέοντα, τον Nicolas Chauvin. (Εφημερίδα Το Βήμα, 9/3/2008)
  3. η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους. η άποψη που ενθαρρύνει την έκφραση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης· η αφοσίωση των ατόμων στο έθνος στο οποίο ανήκουν, χωρίς όμως καμία διάθεση υποτίμησης ή περιφρόνησης άλλου έθνους

  Συγγενικές λέξεις

  Μεταφράσεις