Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασυλλόγιστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασυλλόγιστος

  1. (για πρόσωπα) απερίσκεπτος, αστόχαστος
  2. (για πράξεις) που γίνεται χωρίς περίσκεψη

έχασες όλα τα χρήματά σου λόγω ασυλλόγιστης σπατάλης τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία