Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναθεωρητισμός οι αναθεωρητισμοί
      γενική του αναθεωρητισμού των αναθεωρητισμών
    αιτιατική τον αναθεωρητισμό τους αναθεωρητισμούς
     κλητική αναθεωρητισμέ αναθεωρητισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναθεωρητισμός < αναθεωρητής + -ισμός < αναθεωρώ· (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική révisionnisme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναθεωρητισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) αναθεωρητική τάση επί φιλοσοφικών ιδεών
  2. (ιστορία) ιστορική αναθεώρηση κυρίως με πολιτικά κίνητρα και σπανιότερα επιστημονικά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία