Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιστημονικά < επιστημονικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

επιστημονικά

  1. με επιστημονικό τρόπο
  2. από επιστημονική άποψη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

επιστημονικά