↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναθεωρητής οι αναθεωρητές
      γενική του αναθεωρητή των αναθεωρητών
    αιτιατική τον αναθεωρητή τους αναθεωρητές
     κλητική αναθεωρητή αναθεωρητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αναθεωρητής < (αναθεωρώ) αναθεωρη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική révisionniste, réviseur ή από τη ρωσική ревизионистский (revizionístskij) [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αναθεωρητής αρσενικό (θηλυκό αναθεωρήτρια)

  1. (γενικότερα) που επανεκτιμά, επανεξετάζει ή ακυρώνει κάτι παλιότερο, όπως μια κρίση, απόφαση ή προσέγγιση· που αναθεωρεί ευρύτερα παραδεκτές ή παγιωμένες απόψεις, αντιλήψεις
  2. διανοούμενος ή πολιτικός που αναθεωρεί τον κλασικό μαρξισμό
  3. ιστορικός που αναθεωρεί τον ευρύτερα αποδεκτό τρόπο που αποτιμάται ο ναζισμός, όπως και τα εγκλήματά του (κυρίως η γενοκτονία των Ερβαίων)

Συγγενικά

επεξεργασία
  1. αναθεωρητικός
  2. αναθεωρητισμός

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία