Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλληλοπάθεια οι αλληλοπάθειες
      γενική της αλληλοπάθειας των αλληλοπαθειών
    αιτιατική την αλληλοπάθεια τις αλληλοπάθειες
     κλητική αλληλοπάθεια αλληλοπάθειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλληλοπάθεια < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλληλοπάθεια θηλυκό

  1. (γραμματική) κοινή ενέργεια ορισμένων υποκειμένων που περνά από το ένα στο άλλο
  2. (βιολογία) . . .


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία