Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλληλοπαθής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλληλοπαθής, -ής, -ές

  1. που εκφράζει αλληλοπάθεια
    (γραμματική) αλληλοπαθής αντωνυμία
    (γραμματική) αλληλοπαθές ρήμα
    (βιολογία) αλληλοπαθές φυτό
    (χημεία) αλληλοπαθές εκχύλισμα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία