Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αζευγάρωτος αζευγάρωτη αζευγάρωτο
γενική αζευγάρωτου αζευγάρωτης αζευγάρωτου
αιτιατική αζευγάρωτο αζευγάρωτη αζευγάρωτο
κλητική αζευγάρωτε αζευγάρωτη αζευγάρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αζευγάρωτοι αζευγάρωτες αζευγάρωτα
γενική αζευγάρωτων αζευγάρωτων αζευγάρωτων
αιτιατική αζευγάρωτους αζευγάρωτες αζευγάρωτα
κλητική αζευγάρωτοι αζευγάρωτες αζευγάρωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αζευγάρωτος < α- (στερητικό) + ζευγαρώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αζευγάρωτος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει
     συνώνυμα: άγαμος, άζευχτος
     αντώνυμα: ζευγαρωμένος
  2. που δεν (μπορεί να) αποτελεί ζευγάρι με κάποιο(ν) άλλο(ν)
     συνώνυμα: παράταιρος, αταίριαστος, ανόμοιος
  3. που δεν έχει (ή δεν μπορεί) να οργωθεί
     συνώνυμα: ανόργωτος
     αντώνυμα: οργωμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία