Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμετρος < αρχαία ελληνική ἄμετρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άμετρος

  1. άφθονος
  2. που δεν έχει μέτρο, που δεν έχει όριο, που φτάνει στην υπερβολή
    η άμετρη φιλοδοξία του τον κατέστρεψε τελικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία