Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Τρίτη οι Τρίτες
      γενική της Τρίτης των Τριτών
    αιτιατική την Τρίτη τις Τρίτες
     κλητική Τρίτη Τρίτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τρίτη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τρίτος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τρίτη θηλυκό

  1. η τρίτη μέρα της εβδομάδας· προηγείται η Δευτέρα και ακολουθεί η Τετάρτη
  2. η τρίτη τάξη του δημοτικού σχολείο
  3. «τρίτη» όταν υπάρχει σε τίτλους
    η Τρίτη του Μπετόβεν, η Ηρωική, μ' αρέσει πολύ (εννοείται: Τρίτη συμφωνία)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία