Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αικατερίνη οι Αικατερίνες
      γενική της Αικατερίνης των Αικατερινών
    αιτιατική την Αικατερίνη τις Αικατερίνες
     κλητική Αικατερίνη Αικατερίνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αικατερίνη < ελληνιστική κοινή Αἰκατερίνη/Αἰκατερίνα < ίσως αρχαία ελληνική *Εκατερίνη < Ἑκατερός < ἑκάτερος. Από την αρχαία εποχή παρετυμολογείται από το καθαρός, και γι’ αυτό έχουμε σε ξενόγλωσσες παραλλαγές του ονόματος το th: Cathrine

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ka.tɛ.ˈɾi.ni/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αικατερίνη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία