Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ήλατος η -ήλατη
-ήλατος
το -ήλατο
      γενική του -ήλατου της -ήλατης
-ηλάτου
του -ήλατου
    αιτιατική τον -ήλατο τη(ν) -ήλατη
-ήλατο
το -ήλατο
     κλητική -ήλατε -ήλατη
-ήλατε
-ήλατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ήλατοι οι -ήλατες
-ήλατοι
τα -ήλατα
      γενική των -ήλατων των -ήλατων
-ηλάτων
των -ήλατων
    αιτιατική τους -ήλατους τις -ήλατες
-ηλάτους
τα -ήλατα
     κλητική -ήλατοι -ήλατες
-ήλατοι
-ήλατα
Οι δεύτεροι τύποι, λόγιοι, συνηθίζονται σε ουσιαστικοποιημένα ή σε αρχαιοπρεπείς λέξεις..
Κατηγορία όπως «φυγόκεντρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ήλατος < αρχαία ελληνική -ήλατος < ἐλαύνω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ήλατος, -η, -ο (και λόγιο θηλυκό -ος σε αρχαιόπρεπες λέξεις)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / -ήλατος τὸ -ήλατον
      γενική τοῦ/τῆς -ηλάτου τοῦ -ηλάτου
      δοτική τῷ/τῇ -ηλάτ τῷ -ηλάτ
    αιτιατική τὸν/τὴν -ήλατον τὸ -ήλατον
     κλητική ! -ήλατε -ήλατον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ -ήλατοι τὰ -ήλατ
      γενική τῶν -ηλάτων τῶν -ηλάτων
      δοτική τοῖς/ταῖς -ηλάτοις τοῖς -ηλάτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς -ηλάτους τὰ -ήλατ
     κλητική ! -ήλατοι -ήλατ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ -ηλάτω τὼ -ηλάτω
      γεν-δοτ τοῖν -ηλάτοιν τοῖν -ηλάτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ήλατος < ἐλατός με έκταση του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος κατά τη σύνθεση (< ἐλαύνω) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ήλατος, -ος, -ον

ΣύνθεταΕπεξεργασία