Άνοιγμα κυρίου μενού
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀβάκ, ἀβάκιον, ἀβακής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄβαξ ἄβακε ἄβακες
Γενική ἄβακος ἀβάκοιν ἀβάκων
Δοτική ἄβακι ἀβάκοιν ἄβαξι(ν)
Αιτιατική ἄβακα ἄβακε ἄβακας
Κλητική ἄβαξ ἄβακε ἄβακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄβαξ < → λείπει η ετυμολογία (αβέβαιου τύπου, ίσως < εβραϊκά אבק: āvāq)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄβαξ αρσενικό

  1. σανίδα ή πλάκα
  2. πίνακας αριθμητικός
  3. πλάκα επάνω στην οποία παίζεται τάβλι, ζατρίκιο κλπ
  4. τραπέζι
  5. (αρχιτεκτονική) βάση κιονόκρανου
  6. (στον πληθ.) (θέατρο) παγκάκια θεάτρου
  7. (στρατιωτικός όρος) σύστημα γραμμών, με το οποίο υπολογίζονται τα διάφορα στοιχεία βολής (αβάκιον αναγωγής)