Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀβακής < ἀ- στερητικό και βάζω (αρχ) (=ομιλώ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀβακής, -ής, -ές

  1. που δεν έχει φωνή, ο παιδαριώδης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία