Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παγκάκι < υποκοριστικό του πάγκος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παγκάκι ουδέτερο

  • μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα σε δημόσιους χώρους


  ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία