Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χωνί τα χωνιά
      γενική του χωνιού των χωνιών
    αιτιατική το χωνί τα χωνιά
     κλητική χωνί χωνιά
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωνί < (καθαρεύουσα) χωνίον < μεσαιωνική ελληνική χωνίν και χωνίον < αρχαία ελληνική χώνη < χοάνη και χόανος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωνί ουδέτερο

  1. κωνικό σύνεργο με λεπτό στόμιο στο κάτω μέρος, για μετάγγιση υγρών σε μπουκάλια κ.λπ.
  2. φυτό
  3. τηλεβόας


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία