Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοή < αρχαία ελληνική χοή < χέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χοή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία